epaithros+

ΔΙΚΤΥΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

Τουρισμός για όλους: Όταν η προσβασιμότητα και η συμπερίληψη παύουν να είναι “ειδικό ζήτημα”

*Της Γιώτας Μοσχοπουλίδου

Η προσβασιμότητα και η συμπερίληψη επαναπροσδιορίζουν τον σύγχρονο τουρισμό, μετατρέποντας την εμπειρία του προορισμού σε λειτουργική, ισότιμη και προσβάσιμη για περισσότερους επισκέπτες και τοπικές κοινωνίες.

Τα τελευταία χρόνια, ο σύγχρονος τουρισμός επαναπροσδιορίζεται, καθώς η αξία ενός προορισμού δεν αποτυπώνεται μόνο στις υποδομές ή στη διεθνή του εικόνα, αλλά και στη δυνατότητά του να εξυπηρετεί ισότιμα τις διαφορετικές ανάγκες των επισκεπτών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο “τουρισμός συμπερίληψης” ή “τουρισμός για όλους” δεν αποτελεί μια επιμέρους κατηγορία, αλλά έναν συνολικό τρόπο επανασχεδιασμού του ίδιου του τουριστικού προϊόντος.

Η βασική αλλαγή είναι ότι ο προορισμός δεν ζητά πλέον από τον επισκέπτη να προσαρμοστεί σε αυτόν, αλλά οργανώνεται ώστε να λειτουργεί για περισσότερους ανθρώπους – άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένους, οικογένειες με μικρά παιδιά ή ταξιδιώτες με προσωρινούς περιορισμούς κινητικότητας. Έτσι, η προσβασιμότητα παύει να αντιμετωπίζεται ως ειδική πρόβλεψη και γίνεται δομικό στοιχείο του σχεδιασμού και της ποιότητας της συνολικής εμπειρίας, με άμεσο αντίκτυπο τόσο στην ισότητα πρόσβασης όσο και στην ανταγωνιστικότητα των προορισμών. Η προσβασιμότητα δεν είναι μεμονωμένη παρέμβαση – δεν εξαντλείται σε μια ράμπα ή μια επιμέρους υποδομή. Στην πραγματικότητα αφορά μια αλυσίδα υπηρεσιών και χώρων που πρέπει να λειτουργούν χωρίς ασυνέχειες. Από τον δημόσιο χώρο και τα μέσα μεταφοράς, έως τα ξενοδοχεία, τα μουσεία και τις ψηφιακές πλατφόρμες πληροφόρησης, όλα συνδέονται σε μια ενιαία εμπειρία, όπου κάθε
“ρήγμα” σε έναν κρίκο επηρεάζει το σύνολο.

Η λογική αυτή στηρίζεται στον “Καθολικό Σχεδιασμό” (Universal Design), δηλαδή στον σχεδιασμό χώρων και υπηρεσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλους, χωρίς την ανάγκη ειδικών προσαρμογών. Σε διεθνές επίπεδο, η προσβασιμότητα έχει πλέον κατοχυρωθεί ως δικαίωμα μέσα από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού προωθεί συστηματικά το μοντέλο “Tourism for All”. Στην Ευρώπη, η Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία 2021–2030 ενισχύει περαιτέρω αυτή την κατεύθυνση.

Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για την προσβασιμότητα συνδέεται ολοένα και πιο στενά με τη γήρανση του πληθυσμού, την αύξηση των ατόμων με λειτουργικούς περιορισμούς και την ψηφιοποίηση των ταξιδιωτικών υπηρεσιών. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης δεν αναζητά μόνο εμπειρία, αλλά και λειτουργικότητα, σαφή πληροφόρηση και ασφάλεια σε κάθε στάδιο του ταξιδιού. Σε αυτό το πλαίσιο, τεχνολογίες όπως εφαρμογές κινητών, audio guides, πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, Braille και προσβάσιμες ψηφιακές πλατφόρμες ενισχύουν την αυτονομία ήδη από τον σχεδιασμό του ταξιδιού.

Η προσβασιμότητα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ζήτημα φυσικών υποδομών. Για άτομα στο φάσμα του αυτισμού, η σαφής σήμανση, οι ήρεμοι χώροι και η απλή, προβλέψιμη πληροφόρηση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ίδια την εμπειρία του χώρου. Την ίδια στιγμή, η ουσιαστική προσβασιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το σχεδιασμό, αλλά και από το ανθρώπινο δυναμικό: εκπαιδευμένο προσωπικό και συντονισμένες υπηρεσίες. Και παρ’ότι πρόκειται για ένα πεδίο με αυξανόμενη ζήτηση και σαφή αναπτυξιακή δυναμική – καθώς οι ταξιδιώτες με ανάγκες προσβασιμότητας συχνά ταξιδεύουν περισσότερο και με συνοδούς – η εφαρμογή παραμένει συχνά αποσπασματική, αντί να εντάσσεται σε ένα ενιαίο σύστημα εμπειρίας.

Στην Ελλάδα, προορισμοί όπως η Σκιάθος επιχειρούν να προσεγγίσουν την προσβασιμότητα όχι ως επιμέρους παρέμβαση, αλλά ως στοιχείο συνολικής αναβάθμισης της τουριστικής εμπειρίας, μέσα από πρωτοβουλίες όπως το “Σήμα Προσβάσιμου Τουριστικού Προορισμού”. Η λογική της “τουριστικής αλυσίδας” αντιμετωπίζει το ταξίδι ως ενιαία εμπειρία – από την άφιξη και τη μετακίνηση έως τη διαμονή και τις υπηρεσίες – με στόχο τη μείωση των ασυνεχειών και την ενίσχυση της συνολικής λειτουργικότητας του προορισμού. Έτσι, η προσβασιμότητα αναδεικνύεται όχι απλώς ως τεχνικό ζήτημα, αλλά ως βασικό κριτήριο ποιότητας, ωριμότητας και συμπερίληψης.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η κα Μαρία Ηλιοπούλου, ψυχολόγος και ψυχοπαιδαγωγός και πρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου για το Σύνδρομο Asperger (ΕΛΣΣΑ), απαντά σε δύο κρίσιμα ερωτήματα γύρω από τη μετάβαση του τουρισμού προς ένα πιο συμπεριληπτικό μοντέλο. Το πρώτο αφορά στο τι αλλάζει πραγματικά για έναν προορισμό όταν η προσβασιμότητα και η συμπερίληψη παύουν να αντιμετωπίζονται ως “υποχρέωση” ή τυπική πιστοποίηση και εντάσσονται στον πυρήνα της ταυτότητας και της καθημερινής λειτουργίας του, καθώς και το πώς αυτή η αλλαγή επηρεάζει όχι μόνο τα άτομα με αναπηρία, αλλά συνολικά την εμπειρία όλων των επισκεπτών και της τοπικής κοινωνίας.

“Η πρώτη αλλαγή δεν είναι κάποια υποδομή. Είναι στο βλέμμα”, σημειώνει. “Στον τρόπο που αρχίζεις να κοιτάς τον τόπο σου – όχι ως κάτι που ‘λειτουργεί’ ή ‘δε λειτουργεί’ για έναν μέσο επισκέπτη, αλλά ως κάτι που συμπεριλαμβάνει ή αποκλείει ανθρώπους χωρίς καν να το καταλαβαίνεις. Η ερώτηση ‘για ποιον είναι αυτό το μέρος;’ αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις τα πάντα”. Από εκεί και πέρα, όπως εξηγεί, μετασχηματίζεται ολόκληρη η καθημερινή λειτουργία ενός προορισμού. Η συμπερίληψη παύει να είναι αντικείμενο ενός ειδικού τμήματος και γίνεται τρόπος λειτουργίας: στον τρόπο που απαντά ο υπάλληλος της ρεσεψιόν, στη σήμανση του δημόσιου χώρου, αλλά και στον τρόπο που ένας σερβιτόρος διαχειρίζεται τη διαφορετικότητα ενός επισκέπτη. Δεν πρόκειται πλέον για κάτι που “εφαρμόζεται”, αλλά για κάτι που “υπάρχει”.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο παράδοξο: ένας χώρος σχεδιασμένος για όλους δεν χάνει τίποτα από τους υπόλοιπους – αντιθέτως κερδίζει. Οι χώροι ανάπαυσης που δημιουργούνται για άτομα με αισθητηριακή ευαισθησία αξιοποιούνται εξίσου από ηλικιωμένους, κουρασμένους ταξιδιώτες ή γονείς με μικρά παιδιά. Η καθαρή και πρακτική πληροφόρηση που χρειάζεται ένας επισκέπτης στο φάσμα του αυτισμού είναι συχνά ακριβώς εκείνη που διευκολύνει κάθε οργανωμένο ταξιδιώτη. “Σε μια συμπεριληπτική προσέγγιση, όλοι ωφελούνται”, σημειώνει χαρακτηριστικά.

Σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας, η αλλαγή αποκτά ακόμη βαθύτερη διάσταση. Ένας προορισμός που επενδύει στη συμπερίληψη δεν επενδύει μόνο στους επισκέπτες, αλλά και στους ίδιους τους κατοίκους του: στα παιδιά με αναπηρία που μεγαλώνουν στον τόπο, στις οικογένειες που δεν χρειάζεται να απολογούνται για τη διαφορετικότητα σε δημόσιους χώρους. “Αυτή η αίσθηση ότι η κοινότητα σε ‘χωράει’ είναι ανεκτίμητη”, λέει. “Και τη νιώθουν και οι επισκέπτες, γιατί η φιλοξενία δεν είναι τεχνική δεξιότητα, είναι κουλτούρα”. Στη Σκιάθο, όπως αναφέρει, αυτή η αλλαγή αρχίζει ήδη να γίνεται ορατή μέσα από δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σε δομές όπως το νοσοκομείο, η πυροσβεστική και τα σχολεία. “Δεν είναι απλώς τουριστική πολιτική. Είναι αλλαγή στον τρόπο που μια κοινωνία βλέπει τη διαφορετικότητα. Και αυτή η αλλαγή δεν είναι εποχική – μένει.

Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη μετάβαση από τη λογική της απλής εξυπηρέτησης στη λογική της ουσιαστικής συμμετοχής και επαγγελματικής ένταξης των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού, καθώς και το κατά πόσο παραδείγματα όπως η Σκιάθος ή το Costa Navarino δείχνουν ότι αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: πρόκειται για μία από τις πιο σημαντικές αλλαγές παραδείγματος που μπορεί να κάνει ο ελληνικός τουρισμός. “Το να εξυπηρετείς κάποιον είναι πολύ διαφορετικό από το να τον αναγνωρίζεις ως κομμάτι του τόπου”. Τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού – ιδίως όσοι έχουν σύνδρομο Asperger και συχνά διαθέτουν ιδιαίτερες δεξιότητες σε συγκεκριμένους τομείς – δεν χρειάζονται μόνο πρόσβαση ως επισκέπτες, αλλά μπορούν να αποτελέσουν ενεργό μέρος του τουριστικού οικοσυστήματος.

Το Costa Navarino αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς έχει αναπτύξει δομημένα προγράμματα εκπαίδευσης προσωπικού για την κατανόηση νευροαναπτυξιακών διαφορών, αλλά και πρακτικές ένταξης ατόμων με αναπηρία στην ίδια την επιχείρηση. “Δεν πρόκειται για ανοχή, αλλά για ουσιαστική ενσωμάτωση”, υπογραμμίζει. Όπως εξηγεί, άτομα στο φάσμα μπορούν να ανταποκριθούν εξαιρετικά σε ρόλους που απαιτούν σταθερότητα, ακρίβεια και δομή – από τη διαχείριση αρχείων και τον ποιοτικό έλεγχο μέχρι τη λογιστική, τη φροντίδα χώρων ή την οργάνωση εκδηλώσεων. Ο τουρισμός είναι ένας κλάδος με τεράστια ποικιλία ρόλων: το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει χώρος, αλλά αν υπάρχει η βούληση να δημιουργηθεί.

Στη Σκιάθο, η προσπάθεια βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και επικεντρώνεται κυρίως στην ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινωνίας και στη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών. Ωστόσο, ο στόχος είναι πιο μακροπρόθεσμος: η δημιουργία συνθηκών ώστε άτομα από το φάσμα να μπορούν να ζουν και να εργάζονται στον τόπο με αξιοπρέπεια. Αυτό απαιτεί συνεργασία με επιχειρήσεις, εκπαιδευτικούς φορείς, οικογένειες και οργανώσεις.

Κλείνοντας, σημειώνει ότι ο τουρισμός έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα ως πεδίο αλλαγής: είναι ορατός, επηρεάζει την εικόνα της χώρας διεθνώς και οι καλές πρακτικές διαχέονται γρήγορα“Αν αποδείξουμε ότι λειτουργεί σε προορισμούς όπως η Σκιάθος ή το Costa Navarino, μπορούμε να ανοίξουμε τον δρόμο για πολύ περισσότερους”.

Πηγή: traveldailynews.gr